FOS – français professionnel et universitaire

Εργασία σε γαλλόφωνο περιβάλλον: Τι επίπεδο γαλλικών χρειάζομαι;

FOS – français professionnel et universitaire

Είναι ίσως μία από τις πρώτες ερωτήσεις που προκύπτουν όταν κάποιος σκέφτεται να εργαστεί στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στην Ελβετία ή γενικότερα σε ένα γαλλόφωνο επαγγελματικό περιβάλλον. Η απάντηση που περιμένουμε συνήθως είναι ένας συγκεκριμένος δείκτης: Β2, C1, ίσως C2.

Στην πράξη, όμως, η ερώτηση είναι πιο σύνθετη.

Ένα επίπεδο Β2 αποτελεί ασφαλώς μια σημαντική ένδειξη γλωσσικής επάρκειας. Δεν μας λέει όμως από μόνο του τι θα χρειαστεί να κάνει ένας συγκεκριμένος επαγγελματίας στα γαλλικά. Ούτε δύο άνθρωποι με Β2 έχουν αναγκαστικά τις ίδιες δεξιότητες: ο ένας μπορεί να εκφράζεται με μεγάλη άνεση αλλά να δυσκολεύεται στον γραπτό λόγο, ενώ ο άλλος να διαβάζει σύνθετα κείμενα αλλά να χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να αντιδράσει σε μια αυθόρμητη συζήτηση.

Και, κυρίως, δεν έχουν όλοι την ίδια δουλειά.

Έτσι, πριν από το «ποιο επίπεδο χρειάζομαι;», υπάρχει ίσως ένα χρησιμότερο ερώτημα:

«Τι θα χρειαστεί πραγματικά να κάνω στα Γαλλικά;»

«Έχω Β2, αλλά δεν καταλαβαίνω την καθημερινή γλώσσα»

Είναι μια παρατήρηση που ακούγεται συχνά από ανθρώπους που έχουν ήδη μάθει γαλλικά. Μπορούν να διαβάσουν, να γράψουν, να παρακολουθήσουν ένα μάθημα — και παρ' όλα αυτά, όταν βρεθούν μέσα σε μια πραγματική συζήτηση μεταξύ φυσικών ομιλητών, αισθάνονται ότι τα γαλλικά που ακούνε είναι… άλλα γαλλικά.

Δεν είναι. Απλώς ο αυθεντικός προφορικός λόγος έχει χαρακτηριστικά που δεν εμφανίζονται πάντα με την ίδια ένταση στο περιβάλλον της γενικής γλωσσικής εκπαίδευσης: ταχύτητα, συντμήσεις, οικείο λεξιλόγιο, διαφορετικά επίπεδα ύφους, ιδιωματικές εκφράσεις, δισταγμούς, διακοπές και λόγο που δεν ακολουθεί την καθαρή δομή ενός γραπτού κειμένου.

Άλλο «ξέρω Γαλλικά» και άλλο «δουλεύω στα Γαλλικά»

Ένας επαγγελματίας δεν χρειάζεται απλώς να «μιλάει καλά».

Μπορεί να χρειάζεται να συμμετέχει σε ένα meeting, να παρουσιάζει ένα project, να απαντά σε ερωτήσεις χωρίς προετοιμασία, να διαφωνεί με τρόπο κατάλληλο για το συγκεκριμένο περιβάλλον, να γράφει emails και reports ή να επικοινωνεί τηλεφωνικά με πελάτες και συνεργάτες.

Και εδώ εμφανίζεται φυσικά η ειδική γλώσσα του επαγγέλματος. Η ορολογία είναι απαραίτητη, αλλά δεν αρκεί. Το ζητούμενο είναι να μπορεί κάποιος να χρησιμοποιεί την ορολογία μέσα στον πραγματικό επαγγελματικό λόγο. Ακριβώς γι' αυτό το ίδιο επάγγελμα δεν συνεπάγεται απαραίτητα και τις ίδιες γλωσσικές ανάγκες. Ένας μηχανικός που παρουσιάζει έργα σε πελάτες χρειάζεται διαφορετικές δεξιότητες από έναν μηχανικό που συμμετέχει κυρίως σε τεχνικές συναντήσεις. Ένας γιατρός που επικοινωνεί καθημερινά με ασθενείς έχει διαφορετικές ανάγκες από έναν ερευνητή που χρησιμοποιεί κυρίως τα γαλλικά για επιστημονικές δημοσιεύσεις και συνέδρια.

Και τι γίνεται με το small talk;

Εδώ υπάρχει ένα κομμάτι που συχνά μένει εκτός όταν μιλάμε για «Επαγγελματικά γαλλικά». Η εργασιακή ζωή δεν αποτελείται μόνο από επίσημες επαγγελματικές πράξεις.

Υπάρχει η συζήτηση πριν αρχίσει το meeting. Το διάλειμμα. Το γεύμα με την ομάδα. Το αστείο ενός συναδέλφου. Μια γρήγορη ερώτηση στον διάδρομο. Το small talk με έναν πελάτη πριν περάσουμε στο αντικείμενο της συνάντησης.

Εκεί εμφανίζονται τα καθημερινά και οικεία γαλλικά — και συχνά με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα από αυτήν που έχουμε συνηθίσει. Δεν είναι απαραίτητο ένας ξένος επαγγελματίας να χρησιμοποιεί ο ίδιος κάθε έκφραση της langue familière ή του slang. Η κατανόησή τους, όμως, μπορεί να είναι σημαντική για να μη βρίσκεται γλωσσικά εκτός της κοινωνικής ζωής της ομάδας.

Η ζωή μετά τη δουλειά είναι επίσης στα γαλλικά

Αν η επαγγελματική μετακίνηση συνοδεύεται από εγκατάσταση σε μια γαλλόφωνη χώρα, οι γλωσσικές ανάγκες διευρύνονται ακόμη περισσότερο: η αναζήτηση κατοικίας, η τράπεζα, η ασφάλιση, οι λογαριασμοί, ένα τηλεφώνημα σε μια υπηρεσία, ένα ραντεβού ή μια διοικητική διαδικασία απαιτούν ένα άλλο είδος γλώσσας.

Και εδώ βρίσκεται ένα ενδιαφέρον παράδοξο: τα Γαλλικά της καθημερινότητας δεν είναι απαραίτητα πιο «εύκολα» επειδή δεν είναι εξειδικευμένα. Γι' αυτό και η γλωσσική προετοιμασία για επαγγελματική κινητικότητα δεν μπορεί να σταματά στην πόρτα του χώρου εργασίας. 

Άρα, Β2 ή C2;

Εξαρτάται.

Όχι επειδή τα επίπεδα δεν έχουν σημασία — έχουν. Αλλά επειδή το επίπεδο από μόνο του δεν περιγράφει ολόκληρο το γλωσσικό προφίλ ούτε τις απαιτήσεις μιας συγκεκριμένης θέσης εργασίας.

Έτσι, το ερώτημα «ποιο επίπεδο γαλλικών χρειάζομαι για να εργαστώ στη Γαλλία;» παραμένει χρήσιμο. Απλώς δεν είναι το μοναδικό.

Ίσως το σημαντικότερο είναι:

Πού, με ποιους και —κυρίως— τι θα χρειαστεί να κάνω στα Γαλλικά;